Οι αβρονιές…(του Αντώνη Κουκλινού)

Με το ν’ ένα μ-πόδα μισερωμένο ήτονε, μα εβάστανε τη πατερίτσα και ζάλο, ζάλο τα κατάφερνε.
Οντε θελα κατεβεί οθε ντο ποταμό, έπχιανε ργυάκι, ργυάκι, να ξεπιτηρήσει τα γεροντάμπελα και να ντιγιαγήρει στο Τεμενέλι.
Εχώνουντο μέσα στσι βάτους και ήκοβγενε μνιά, μνια τσι αβρονιές.
Παντέρμες όμορφες να τσι πετυχαίνεις ολόρθες, με τσι αποκλαμούς σα ντο δαχτύλι σου στο χόντρος.
Ήβριχνε που και ασφαράγγι, σε κοπρισμένα χωράφχια.
Για ένα μάτσο αβρονιές, εμπόργιε να γυρίζει ίσαμε να βραδιάσει.
Κιαμνιά φορά επετύχενε το κερατολάχανο σε κιαμνιά χαρουπχιά και εγέμιζε τη μ-ποδιά ντου.
Ο Μιχαλάκης ο Κουκλινός ο αφέντης μου, μερακλής και γυρολόγος καλός.
Θυμούμαι στο νεροχύτη απάνω, τη μοσώρα μεσάτη νερό και τσι αβρονιές μέσα, να νημένουνε τη μάνα μου να τσι μαγερέψει.
Έπεμπε και σε φίλους πολλές φορές στη χώρα, γιατί ετούτο το χορταρικό δε ντο βρίχνεις εύκολα και να θες να το πουσουνίσεις.
Μνιά νημέρα ήρθενε ο ψαράς στο χωργιό και εκείνη να τη ν’ ώρα εγιάγερνε ο πατέρας μου απ’ όξω.
Εσήμωσε να πουσουνίσει μνιά οκά ψάρι και θωρεί ο ψαράς ένα μάτσο αβρονιές να κρέμουνται στη ζωστήρα ντου.
-Μιχαλάκη πουλείς τσι αβρονιές..? κουζουλαίνωμέ τζη, στο τηγάνι με τα κρομμύδια… του κάνει…
-Δε σου τσι πουλώ… στσι χαρίζω άμα θές…
-Οη δα πως θα μου τσι χαρίσεις γιάντα…ανε θες να μου τσι δώσεις θα πλερώσω το κόπο σου…
-Βάλε μου το ψάρι και ανε τζι θές θα σου τσι δώσω έτσα, δε θέλω πλερωμή.
Δε ν’ εσύβασε το ψαρά να τσι κρατήξει, μα σαν εμαζωχτήκανε γύρου, γύρου από τ’ αμάξι κι άλλοι να πουσουνίσουνε, ο αφέντης μου επήγε από το τζάμι και του τσι μόλαρε απάνω στο κάθισμα και φεύγει.
Από τότες σας, κάθε που ερχούντονε ο ψαράς στο χωργιό, ήφηνε μνιά οκά ψάρι του καφετζή, για να το δώσει του Μιχαλάκη.
Και επειδή ετύχενε πολλές φορές να περάσω από το τραβαδά και μού ‘διδε ο καφετζής το ψάρι να το πάω τση μάνας μου, ήλεγέ μου κάθε φορά, πως είναι… χάρισμα από το ψαρά… ετσά να τση πω.
Την ιστορία που δηγούμαι σήμερο μου τη ν’ είπενε ύστερα από καιρό ο αφέντης μου, για να μου λύσει την απορία γιάντα μα σε χαρίζουνε τα ψάργια… και εκατάλαβα πως ένα μάτσο αβρονιές εξεπλερώθηκενε σκιάς εκατό οκάδες ψάρι.
Μα δε ν’ ήτονε οι αβρονιές… η καλοσύνη του κύρη μου ήτονε, απου αν και με το ν’ ένα μ-πόδα να γυρίζει ολημερίς στι ποταμούς, πεσίχαρος του τσι χάρισε…
Ο Θεός να σου συχωρέσει πατέρα μου, μα όσο θα φυτρώνουνε στη γης οι αβρονιές κι εγω δε θα σου ξεχάσω… αντώνης κουκλινός.