Η οδύσσεια ενούς πατέρα…(του Αντώνη Κουκλινού)

Στις αρχές του ογδόντα, μια παιδική ασθένεια (ιλαρά) είχε στη χώρα μας αρκετά θανατηφόρα περιστατικά.
Νοέμβρης ήτονε.
Είχα τότε τη δεύτερη κόρη μου, μωρό, πέντε έξε μηνών.
Στο Ηράκλειο που έμενα, στο διπλανό διαμέρισμα, ένα γειτονάκι μας αρρώστησε, με την επιδημία που επικρατούσε.
Μέσα σε δυό τρείς μέρες, πήγαμε στο παιδίατρο το κοπέλι, που είχενε κι αυτό αρρωστήσει.
Το δεύτερο βράδυ μετά που αρρώστησε, εκαθούμουνε στη τηλεόραση και έβλεπα από τη βουλή την κατάθεση του προυπολογισμού.
Μετά τσι δώδεκα, επήγα να ξαπλώσω.
Πάντα είχα το χούι όταν γυρνούσα από τα γλέντια που έπαιζα, πρίν κοιμηθώ, να ξανοίγω τα κοπέλια στα κρεβατάκια που κοιμούνται.
Εσήκωσα το κουβερτάκι του μωρού… και ίντα να ιδώ…ανοιχτά τα μάθια ντου και να μην έχει ανάσα.
-Παναγία μου..!!! φωνιάζω τση γυναίκας μου, σήκω απάνω το κοπέλι μας επόθανε.
Εφώνιαξα τση γειτόνισσας που είχενε αρρωστήσει το κοπέλι τζη και ήρθε.
Πχιάνει το μωρό στα χέρια τζη και μόλις το θωρεί μου λέει.
-Γρήγορα ένα ταξί μπάς και το προλάβετε, τα μάθια ντου είναι κολλημένα ολόξερα.
Παναγία μου εβγήκα στο δρόμο με το κοπέλι στα χέργια μου και θωρώ ένα ταξί, με πελάτη μέσα.
Επετάχτηκα στσι ρόδες μπροστά και στάθηκε, εκατέβασα το πελάτη και μπήκαμε μέσα.
Ο Θεός να τον έχει καλά, έκαμε ότι μπορούσε με τη κόρνα, να ανοίξει δρόμο, να πάμε στο Βενιζέλειο.
Όταν εμπήκαμε μέσα είχενε πάρα πολύ κόσμο, όμως με το που είδανε το κοπέλι, τα χάσανε.
Γρήγορα του σκίσανε τα ρούχα και αρχίσανε τσι μαλάξεις.
Του βάλανε ορό και εκατεβήκανε κι άλλοι γιατροί αλαφιασμένοι.
Δείγματα ανάκαμψης έχουμε, εβγήκε ενας και μου λέει.
Μια Ρωσίδα γιατρός με πήρε πιο πέρα κρυφά και μου λέει…
-Κάνε ότι μπορείς να πάτε Αθήνα, εδώ δεν θα το γλυτώσεις το μωρό και να σου πω την αλήθεια..? όσο αργείς τόσο χειρότερα.
Εξημέρωσε ο Θεός και πήγα να κόψω εισιτήρια στην ολυμπιακή.
Επήγα πίσω στο σπίτι να πάρω χαρτιά ταυτότητες κ.λ.π
Την ώρα που έτρεχα σαν τρελός και έψαχνα στα κομοδίνα, ήρεθε το άλλο μου κοπέλι που αφήσαμε στη τη γειτόνισσα δίπλα και μου λέει.
-Μπαμπά που πήγες, που είναι το μωρό μας με τη μαμά.
Έσφαξέ με… επήρα το στην αγκαλιά μου και το φίλουνα, τάξε πως δε θελα το ξανα ιδώ.
Εχτύπησε το τηλέφωνο εκείνη τη στιγμή και ήτονε ο συνεργάτης μου ο λυράρης ο Δημήτρης Καμάρης.
-Αντώνη να ετοιμαστείς αύριο γιατί θα πάμε στα Χανιά να παίξομε σε μια βάφτιση.
Μόλις του είπα ίντα μου συμβαίνει, μου λέει έρχομαι στο νοσοκομείο να σε δω.
Εφώνιαξα τση γειτόνισσας και τση λέω… σε παρακαλώ… θα πάμε στην Αθήνα και πρέπει να κάμω αεροβάφτισμα του κοπελιού, στο Βενιζέλιο, μπορεί να μην αντέξει και δε πρέπει να είναι αβάφτιστο να κάμω το ταξίδι.
Σε παρακαλώ έλα να μου το βαφτίσεις.
Έπρεπε να βρώ τον παπά που ήτονε υπεύθυνος να έρθει στο νοσοκομείο.
Επήρα τηλέφωνο και μου λέει.
-Δε ν’έχω αμάξι να έρθω, βρές αμάξι και έλα να με πάρεις.
Παπά μου του λέω πάρε ένα ταξί και έλα εγώ θα το πληρώσω γιατί τρέχω…χάνω το παιδί μου καταλαβαίνεις τι σου λέω..?
-Έχε πίστη στο Θεό και δεν θα πάθει τίποτα το κοπέλι σου, πέψε μου ένα αμάξι να με πάρει.
Στην ώρα πάνω ήρθε ο μπατζανάκης μου και πήγαμε να φέρουμε τον παπά.
Το αμάξι εκουβάλιε ασβέστες, τσιμέντα και ήτονε σκονισμένο.
Μόλις το θωρεί ο παπάς, γυρίζει και μου κάνει.
-Ετούτο βρήκες να πάμε, απου θα κάμω τα ράσα μου ολοβρόμεστα..?
Άρχιξα να ουρλιάζω και τελικά εμπήκε μέσα.
Φτάνοντας στο νοσοκομείο, εμπήκα γρήγορα να ανάψω ένα κερί και να παρακαλέσω τη Παναγία να με βοηθήσει, να γλυτώσω το κοπέλι μου.
Έβαλε ο παπάς νερό σε μια λεκάνη, και εφέρανε οι γιατροί το μωρό.
Απάνω στην ώρα φτάνει ο συνεργάτης μου ο Καμάρης και θωρεί το παπά να μασε’ κάνει κύρηγμα.
Ενώ του λέγανε οι γιατροί ότι πρέπει το κοπέλι να φύγει επειγόντως για την Αθήνα, αυτός εκεί.
Απευθύνεται σε μένα και μου λέει.
-Μη φοβάσαι και δεν θα πάθει πράμα αν πιστεύεις στο Θεό.
Άρχιξε ο Καμάρης να φωνάζει και του παίρνει το κοπέλι από τα χέρια.
Εβάλανε το παιδί σε μια θερμοκοιτίδα, και με το ασθενοφόρο επήγαμε στο αεροδρόμιο.
Εκεί είχα πρόβλημα γιατί ενώ είχαμε εισιτήριο εγώ με τη γυναίκα μου, η θερμοκοιτίδα ήθελε άλλα δύο εισιτήρια για να πάμε και δεν είχε θέση στο αεροπλάνο.
Εντάκαρα να φωνιάζω πως θα βάλω το κοπέλι στο αεροπλάνο, θένε δε θένε.
Εκείνη την στιγμή θωρώ δυό φανταράκια στη σειρά, για να περάσουνε τον έλεγχο.
Έπχιασάτα απου τη χέρα και τα πάω στη θερμοκοιτίδα με το κοπέλι.
Σας παρακαλώ δώσετέ μου τσι θέσεις σας, να φύγω να το γλυτώσω και να φύγετε με το άλλο αεροπλάνο.
Εδεχτήκανε και πήρα κουράγιο πως θα τα καταφέρω.
Εκειά που έστεκα στη γραμμή να περάσουμε τον έλεγχο, θωρώ τη γυναίκα μου με τσι παντόφλες (ετσά που φύγαμε απου το σπίτι που μυαλό για παπούτσα).
Δεν το πολύ σκέφτηκα και πχιάνω απου τη χέρα μια γυναίκα (καθαρίστρια) απου εσκούπιζε το χώρο.. εζήτηξα τση χάρη…ίντα νούμερο παπούτσα φορεί ανε θέλει να μας τα δώσει… και οντε γυρίσω με το καλό θα τση πάρω άλλα… και τση δίδω το τηλέφωνό μου… δακρυσμένη έβγαλε τα παπούτσια και μας τα’δωκε.
Στην Αθήνα, μας περίμενε ασθενοφόρο και φτάσαμε στο νοσοκομείο.
Εκεί ένας ολονύχτιος αγώνας με τους γιατρούς να είναι πάνω από το παιδί, που είχε πέσει σε κώμα.
Δε θα ξεχάσω πως ήρθε κάποιος κατά τσι μία τα μεσάνυχτα και μ’ έβγαλε κακήν κακώς έξω.
Φώναζα ούρλιαζα, μα τίποτα.. δεν καταλάβαινε Χριστό.
Υπολόγισα περίπου σε ποιο θάλαμο ήτανε το κοπέλι και πήγα από πίσω, μέσα στα δέντρα και πέτουνα χαλίκια στο τζάμι, να με ακούσει η γυναίκα μου, να κατέχει πως είμαι έκεια, για να μου λέει πως είναι το κοπέλι.
Κάποια στιγμή ανοίξανε το παράθυρο, είδε πως είμαι εγώ και με νοήματα μου έλεγε πως πάμε.
Ώφου… όσο τα θυμούμαι…έβρεχε και είχα γίνει ολόγρος και απου το κρύο είχα ξυλιάσει.
Το πρωί δεν άντεχα άλλο την εξάντληση και ρώτηξα που έχει κοντά ξενοδοχείο.
Επήγα και έπιασα ένα δωμάτιο, αλλα όχι για να κοιμηθώ… μόνο και μόνο, να βγάλω τα ρούχα μου, να τα στεγνώξω στο καλοριφέρ.
Εγύρισα στο νοσοκομείο πάλι στο ίδιο σημείο, κάτω από το παράθυρο.
Προσπαθούσα να μάθω ίντα γίνεται μέσα, μα δεν άκουγε κανείς να βγεί να μου πεί.
Εκείνη την ώρα ένοιωθα πως τελειώνουν όλα και πως δεν θα γλυτώσω το κοπέλι.
Άρχιξα να κλαίω και να παρακαλώ τη Παναγία να με βοηθήσει.
Θυμούμαι να στέκω στη κρυγιώτη και να ξανοίγω το παράθυρο ψηλά και εκείνη τη ν’ ώρα ήρθανε και με βρήκανε δυό αδέρφια του μπατζανάκη μου, ο Νίκος και ο Γιάννης Ηλιάκης, που μένουν Αθήνα και τους ειδοποιήσανε να έρθουνε να με βοηθήσουνε.
Θωρούνε τα χάλια μου και μου λένε, ίντα κάθεσαι εδώ, γιατί δεν είσαι μέσα στο παιδί.
Τους είπα ότι δεν με αφήνουν και ότι με πέταξαν έξω τη νύχτα.
Έλα μαζί μας και θα ιδείς.
Σε πέντε λεπτά είχα κάρτα να μπαινοβγαίνω ότι ώρα θέλω.
Επήρανε τη θερμοκοιτίδα που μου τη χρέωσανε ένα κάρο λεφτά απου το βενιζέλειο και τως την πέψαμε οπίσω.
Εβρήκανε γιατρούς, για να δώσουνε μεγαλύτερη σημασία, και φροντίδα στο παιδί.
Επήρανε τη γυναίκα στο σπίτι, να κάμει ένα μπάνιο να συνέλθει.
Μετά από μια βδομάδα, είχαμε σημάδι, ότι το κοπέλι αντιδρά και πως η ελπίδα δεν χάθηκε.
Πέρασαν δεκαπέντε ημέρες, άνοιξε επιτέλους τα μάθια και πήραμε κουράγιο, πως όλα πάνε καλά.
Χάρις τη βοήθεια των δύο ανθρώπων, που με στήριξαν, στη πιο κρίσιμη στιγμή, με τους γιατρούς, κατάφερα να γλυτώσω το παιδί μου.
Λίγο πρίν τα Χριστούγεννα τέτοιες μέρες ήτονε η επιστροφή μας στη Κρήτη από το νοσοκομείο…
Έβλεπα στολισμένες βιτρίνες, σπίθια, δρόμους, όμως δεν είχα καταλάβει πως έρχουνται γιορτές, μόνο την ώρα που είδα το κοπέλι μου να με ξανοίγει στα μάθια και να μου χαμογελά.
Τότε γεννήθηκενε ο Χριστός μέσα μου..
Η κόρη μου σήμερα, έχει τη δικιά της οικογένεια και πολλές φορές, εκεί που τη βλέπω να τη φροντίζει, σκέφτομαι τις στιγμές εκείνες και μου φαίνεται απίστευτο πως έφερα εις πέρας αυτή την οδύσσεια…
Την οδύσσεια..ενός πατέρα…
Κουκλινός Αντώνης.