Ο τράφος η χοντρολιά και ο κληρονόμος…(του Αντώνη Κουκλινού).

Ελιές μαζώνουνε οι ‘’νέοι’’ απόγονοι τση κληρονομνιάς και τα βρήκανε σκούρα.
Ετσά που στρώνει τα μπαγκάλια, μπερδαίνουνε στα τζουγκριά του τράφου και κόντεψε να τα σκίσει.
-Διάλε, διάλε σήμερο…δε παει σορδινιά η δουλειά έπαέ με τσι πέτρες… ίντα τσι χτίσανε ετόσους σας τράφους μέσα στο χωράφι και δε μπορώ να στρώσω τη ν’ ελιά.
-Ίντα πλερώνω τσ’ εργάτες για να στέκουνε να με ξανοίγουνε να σέρνομαι στσι δέτες με τα μπαγκάλια και μόνο πως ξαργώ.
-Περιουσίες σου λέει ο άλλος… ετσά προίκα να μού ‘λειπε… ίντα πήγανε να φυτέψουνε ελιές απάνω στσι δέτες και δε νε σκεφτήκανε πώς δαίμονα θα μαζώνουνται ύστερα.
-Έτσε μού ’ρχεται να τσι παραιτήσω να τσι φάνε καλιά οι κοράκοι παρά να παιδεύγομαι για δυό ντενέκες λάδι… σιγά το πράμα… να τσι ξεπατώσω… καλιά ξύλα να ξεμπλέξω κι όλας.
Αυτό είναι το ευχαριστώ του νέου ‘’αφεντικού’’ που ήρθενε σήμερο να λιομαζώξει για πρώτη φορά και θαρρεί πως η δουλειά είναι κοντυλοφόρος να βάνεις υπογραφές…
Το καλύτερο μοιράσι έπεσε στη πάρτε ντου κι αντί να πει ευχαριστώ, γούζεται κι από πάνω…
Η χοντρολιές φορτωμένες κι οφέτος κάνουνε το χρέος τωνε εδα και ετόσανά χρόνια…
Σκιάς εκατό χρονώ θα ν’ είναι ετούτο νά το ξεροπέτρι.
Με τη σκαλίδα εξεπετρίσανε ούλα τα πεζουλάκια και τράφο, τράφο, εχτίσανε τσι δέτες και τσι χωματίσανε κι ‘απόκιας εφυτέψανε τσι χοντρολιές…
Κάθα χρόνο εξεκοπρίζανε τ’ αχίργια και κουβαλούσανε τη γ-κοπρά στο χωράφι και τσι βαβαλίζανε να φουντώσουνε ογλήγορα να ντακάρουνε να δένουνε το καρπό.
Εξεπλερώσανε το γ-κόπο αμέτρητες φορές και συνεχίζουνε…
Πόσα καλάθια έχουνε γεμισμένα από χάμε οι μαζώχτρες κουρκουβισμένες στα γόνατα μνιά, μνιά ν’ ελιά.
Πόσους φάρδους έχουνε κουβαλημένους με τσι γαιδάρους, στσι φάμπρικες…
Εκατοστίσανέντα μπλιό και φαντάσου ίντα λαδοχρονιές επεράσανε και πόσα πιθάργια λάδι έχουνε γεμισμένα.
Από παέ επεράσανε χέργια και χέργια… με χιονιές και αέρηδες να καλλιεργούνε με τα βούγια ετούτο νά το ντόπο, για να ‘ρθει σήμερο ετοσές να τα βρεί έτοιμα.
Και να σκεφτεί κιανείς πως…
Από τούτη νέ τη χοντρολιά, έφεγγε ο λύχνος να φωτίσει για να μάθουνε γράμματα… άναβγε τα καντήλια σε σπίθια και εκκλησές να προσευχηθούμε για τσι αποθαμένους μας.
Εδέσανε φιλιές και συντεκνιές με το λάδι τση βάφτισης.
Είχανε λάδι κάθα μέρα στο τσικάλι να μαγερέψουνε…
Επουλούσανε ντενέκα, ντενέκα, του μπακάλη να ξεχρώσουνε τα χρωστούμενα.
Εκάνανε σαπούνι τσι ‘’φέτσες’’ να λουστούνε, να πλύνουνε ρούχα και να κάμουνε τη λάτρα του σπιθιού.
Είχανε ξύλα για τη μ-παρασιά, φούντες να ταίζουνε τσι αίγες οντε θα ν’ είναι ετοιμόγεννες και να πυρώσουνε το φούρνο να ψήσουνε το ψωμί.
Εμεγαλώσανε γενιές και τό ‘χανε καμάρι πότες θα τσι κληρονομήσουνε, να κάμουνε κι αυτοί καταδιά.
-Κακομίτσα χοντρολιά και δε σε θωρώ καλά… ετοσές δε ν’ είναι ‘’δικός’’ μας… δε ν’αγαπά τη γη απου σε φυτέψανε… αλήθεια λυπούμαι σε…!
Καλά το λένε…
Άμα δε γ-κάμεις κόπο δε ν’ εχτιμάς…
Αλλά κι άμα δε ν’ είσαι άθρωπος… ίντα το θες…
αντώνης κουκλινός