Η καμινάδα κι ο καπνός…(του Αντώνη Κουκλινού).

Φτωχόσπιτο…
Τρείς κάμερες κι ένα παρακούζινο…
Η αυλή γεμάτη γλάστρες και γαζοντενέκες με λουλούδια και μνιά δίφορη λεμονιά φορτωμένη ολοχρονίς.
Τα κλίματα τση κρεβατίνας μπερδουκλωμένα στα τέλια, ότι πρέπει για τσι σπουργίτες να ξετινάσουνε τσι φτερούγες τω νε μετά από κάθε μπόρα.
Η κουτσουνάρα βρουχάται απου κουτσουναρίζει και στερνιάζει μέσα στο ντενεκέ το ψιλόβροχο.
Ένας σωρός κουτσουκλισμένα λιόξυλα στο γύρω κι απάνω μνιά δεμαθιά θύμους και κλίματα για τη φωθιά.
Η γούρνα με το πλυσταργιό γεμάτη βρόχινο νερό κι αυτή.
Στο μπεντένι γύρου, γύρου, φρεσκοασβεστωμένα τα γλαστράκια, οι πέτρες τση παρασιάς και το τοιχιό.
Σκολάδες έρχουνται και χρειάζεται η λάτρα μέσα κι όξω.
Μερακλονοικοκερά η Μαργιώρα με τα πλεχτά τζη και τσι φαντές πατανίες στρωμένες στσι καναμπέδες και τα μπαούλα.
Μυρίζει ναφταλίνη το σπίτι, με τη καινούργα αλλαξά και τα στρωσίδια.
Στο παρακούζινο σέρνεται σαφή, γιατί ζυγώνει τη ζεστασά στη παρασιά.
Ολομόναχη επόμεινε σαν εχήρεψε, γιατί και τα δυό τζη κοπέλια, εξενητευτήκανε από μικρά και εκακομάθανε στα ξένα.
Δε πατούνε τα πόδια ντως, παρα κάθα δυό τρία χρόνια, μα κι οντε θα νά ‘ρθουνε γυρίζουνε τσι θάλασσες και κίμπλιρι να τα θωρεί δυό μέρες τη κάθε βολά.
Ετάξανέ τζη πως θα να ‘ρθουνε οφέτος τα Χριστόγεννα, μα κρίμας τσι χαρές απού κανε η μαύρη, ελάξανε λέει γνώμη, γιατί εβρήκανε παρέα να γυρίζουνε τσ’ Ευρώπες.
Ετσά επόμεινε κι οφέτος ολομόναχη, σα ντο κουτσούρι που λένε.
Και να πεις δε θα καλοπερνούσανε, αν ήρχουντονε κι έπαέ κοντώ…?
Έχει ανεμαζώξει εδά και πεντέξε μήνες χοίρο, να τω σε σάξει απάκια, λουκάνικα, ομαθιές και ένα σωρό μπράτη, να κάμουνε κουραμπιέδες, μελομακάρουνα και να ζημώσουνε τα Χριστόψωμα.
Καλάημενη κάθεται στο πεζούλι τση παρασθιάς και σκαλίζει τα κάρβουνα.
Σκέφτεται πως ανε ζούσε τουλάχιστο ο μακαρίτης, θελα κάμει κουμάντο με όλα ετούτα απου έβαλε μπροστά τζη και στη ν’ υστεργιά, επόμεινε μπουκάλα.
Μα πάλι ξανασκέφτεται, κιανείς δε χάνεται… θα φωνιάξει ενούς γείτονα και θα κάμει δουλειά οντε νέ ‘ρθει εκεινη νά η ώρα.
Θα τση σφάξει το χοίρο και θα τσ’ ανάψει το φούρνο για τα ψωμνιά.
Κατέχουνε πως είναι χουβαρντού και κάθε που χρειαστεί βοήθεια τσι ποχερίζει και με το παραπάνω.
Παραμονές κοντοσημώσανε και πρέπει να κάμει κολάι πχιανού θα φωνιάξει, απου να το κατέχει ο άθρωπος από πρίν.
Σαν ν’ εσηκώθηκενε το πρωί, γροικά σούσουρο στη ν’ από πάνω αυλή τση μακαρίτισσας τση Πελαγιάς.
Παράξενο απου έχει να πατήσει άθρωπος εκειά μέσα, εδά και χρόνια.
Εποκρεμάστηκε από τη ν’ αυλόπορτα να ιδεί, μα πράμα δε θωρεί, μόνο γροικά το κουβεντολόι.
Σε μνιά ολιά θωρεί ένα κουστουμαρισμένο λιμοκοντόρο να βγαίνει και να κατηφορίζει τα ίσα κάτω.
Δε διανιρίζει καλά να ιδεί πχιός είναι, ανε το νε γνωρίζει, μα όσο κοντοσιμώνει καταλαβαίνει πως έρχεται για αυτή.
-Θεία Μαργιώρα ίντα κάνεις…!!!
Σιμώνει και τη ν’ αγκαλιάζει…
-Πχοιός είσαι παιδί μου… που με κατέχεις πέ μου, για δε φέγγω και δε μπορώ να σε γνωρίσω.
-Το Γιωργιό τση Πελαγιάς είμαι θεία… δε με θυμάσαι…?
-Ωωωω φου παιδί μου Γιωργιό μου πως εμεγάλωσες… δε σε γνώρισα… λείπεις χρόνια από στα νε ποθάνανε οι γονέοι σου δε σε ξανάδαμε παιδί μου.
-Ναι θεία έλειπα στο εξωτερικό πολλά χρόνια και επαντρεύτηκα έχω και δυό κοπελάκια.
-Να σου ζήσουνε παιδί μου κι από πού είναι η γυναίκα σου, ξένη ενεμάζωξε κι εσύ σα τζι γιούς μου, κοντώ και Θέ μου..?
-Οη θεία Ελληνίδα είναι και κοντοχωργιανή μας, δε ν’ ήθελα ξένη, γιατί έχω σκοπό να γιαγύρω στην Ελλάδα να ζήσω με τα κοπέλια μου.
-Έμπα μέσα παιδί μου έλα να σου ψήσω ένα καφέ οσά τζη μακαρίτισσας τση μάνας σου να ζεσταθείς, μη στέκεις όξω και κανει κρυγιώτη.
Εμπήκανε μέσα στο παρακούζινο και θωρεί πως εκόντεβγε να σβήσει η φωθιά.
Αμοναχός του έφερε ξύλα και έκαμε η Μαργιώρα το καφέ στα κάρβουνα.
Όση ώρα έπινε ο Γιώργης του λεγε το παράπονό τζη.
-Εμένα παιδί μου δε με σκέφτουνται… οι ξένες είναι χοργιογύρες και δε θένε τσι γερόντους.
Να σκεφτείς πως τα εγγόνια μου δε μου σιμώνουνε γιατί λέει η μάνα ντος πως φοβούνται τα μαύρα ρούχα.
Δε το γάτεχα να βάνω παρδαλές φουστάνες και να βάφομαι, για να μου σιμώσουνε.
Ώφου ίντα κάθομαι και σου λέω χήρα γυναίκα… ντροπής μου.
-Θεία Μαργιώρα εγώ ήρθα πρώτη φορά με τα κοπέλια μου στο χωργιό και θα στα φέρω να τα γνωρίσεις σε μνιά ολιά ώρα.
Μονο θέλω να μου δώσεις ένα δυό ξύλα να ανάψω το τζάκι γιατί το σπίτι είναι παγωμένο και σόκλειστο ετόσανα χρόνια θέλει και να το καθαρίσωμε.
Σάμε ν’ ακούσει για λάτρα η Μαργιώρα ανεσκουμπώνει τσι μανίκες τση.
Ανεμαζώνει πανιά, σφουγγάργια, χλωρίνες, σκούπες και του κάνει…
-Άμε να φέρεις τα κοπέλια γερά, γερά, έπαέ στο πυρόμαχο και κατσε να μη καούνε στη φωθιά και ξά μου.
Ενεσκούμπωσε τσι μανίκες τση και η κερά ντου και σάμε το απογεματάκι, εκάμανε λαμπίκος το σπίτι.
Σαν εποκάμανε οι δουλειές, τσι κόνεψε στο σπίτι τζη και εμαγέρεψε να κάμουνε το δείπνο παρέα.
Τη ταχινή σαν εσηκώθηκε δε ν’ επρόλαβε να καπνίσει η καμινάδα τζη και νάσου τα κοπελάκια του Γιώργη χεράκι, χεράκι, στση κερα Μαργιώρας τη πόρτα.
-Γιαγιά η μαμά είπε να κάτσομε εδώ στα πεζουλάκια να ζεσταθούμε.
Ίντα άλλο θέλει ν’ ακούσει κοντό και Θέ μου… ανοίγει τη ν’ αγκαλιά τζη και εράξανε μέσα και τα δυό.
Μάνα μου αγκαλιές… μάνα μου τραγούδια, μάνα μου παραμύθια… απου τω σέ ‘χει πωμένα και δε ταράσσουνε ρούπι από κοντά τζη.
Ο Γιώργης τα ξανοίγει και σκέφτεται πως η μακαρίτισσα η Πελαγιά, ετσέ λογιώς θα τά ’χενε μαθημένα.
Εβρήκανε κι αυτά επιτέλους μνιά γιαγιά αληθινή, να χώνονται στη ν’ αγκαλιά τζη.
-Γιέ μου έπαέ θα κάμωμε μαζί τσι γιορτές… είχα ετοιμαστεί να υποδεχτώ τα κοπέλια μου, μα δε πειράζει… ξά τως… οι νυφάδες μου δε θένε γερόντους στα πόδια ντος και δε ν’ εφιλοτιμηθήκανε να μάθουνε μνιά ν’ Ελληνική λέξη οι γιοί μου στα εγγόνια μου, να μπορώ να τα χαρώ η κακομοίρα.
Εκόντεψε να ποθάνω χωρίς να βάλω εγγόνια στη ποδιά μου… μα ξάνοιξε έπαέ ίντα μού ‘πεψενε ο Θεός.
Εσκούπισε τα δάκρυα και επήγε στο κόνισμα τση Παναγίας να προσευχηθεί.
Σαν είδενε πως έλαμπε από χαρά κι αυτός και τα κοπέλια ντου, άναψε το καντηλάκι και του το δίδει στη χέρα.
-Κάμε παιδί μου το σταυρό σου μπροστά στη Παναγία, απου σούπεψε μνιά σωστή γυναίκα και δυό κοπέλια καλαναθρεμμένα οσά ντα κρύα νερά.
Άμε το τση μακαρίτισσας τση μάνας σου απου να τση συγχωρέσει ο Θεός.
Κάθε πρωί απου εθωρούσανε τη καμινάδα να βγάνει καπνό, εγλακούσανε τα κοπέλια, στση κερά Μαργιώρας το πυρόμαχο.
Εκάμανε μαζί ούλες τσι γιορτές μνιά οικογένεια.
Εσφάξανε το χοίρο και η καμινάδα τση κερά Μαργιώρας δε ν’ έπαψε να καπνίζει λουκάνικα κι’ απάκια.
Εσάσανε ομαθιές, εζυμώσανε, εφουρνίσανε και οι κουραμπιέδες με τα μελομακάρουνα εγεμίσα τζι πχιατέλες.
Εβάλανε και στη κουρούπα τα σύγλινα και κάθε φορά τη ρωτούνε τα κοπέλια να μάθουνε, το κάθε τις.
Και μόνο που γροικά τη λέξη γιαγιά, εσονε’ί’κεψε.
Δε ν’ είναι και λίγο πράμα ετούτο νά το φετινό…
Να τση κλουθούνε στη ν’ εκκλησά με τα κεράκια στα χέργια να κάνουνε το σταυρό ντως και να τα σηκώνει να προσκυνήσουνε τα εικονίσματα.
Ένοιωθε μέσα τζη πως τση το χρώσθιενε η ζωή να τση πέψει ετούτα νέ τα κοπέλια.
Σα ν’ ήρθενε η μέρα ν’ αποχαιρετηχτούνε, είπανε πως θα τση πέμπουνε γράμματα και πως δε θα ξεχάσουνε τη ζετασά τζη και τη καλοσύνη τζη.
Μα η Μαργιώρα ήθελε και εζήτηξενε το κλειδί.
-Αφησετέ μου παιδί μου το κλειδί του σπιθιού σας… να φυτέψω λουλούδια στη ν’ αυλή και θα σάζω και τη κρεβατίνα να φορτωθεί σταφύλια να τα βρείτε το Καλοκαίρι.
Θα βαστώ και το καντήλι τω γονέω σου αναμμένο, γιατί δε πρέπει να τσι ξεχνούμε.
Θα ανάφτω πότε, πότε και τη παρασιά, να θωρώ τη καμινάδα να καπνίζει και να θαρρώ πως είσαστονε μέσα.
Ίντα άλλο ήθελε ο Γιώργης για το ν’ αποχαιρετισμό…
Εφύγανε μα επήρανε μαζί ντος τσ’ ευκές τση και τη ζέστα τση καρδιάς τση…
Η κερά Μαργιώρα… μνιά γετόνισσα… μνιά μάνα… μνιά πονεμένη γυναίκα, ευχαριστήθκε τα Χριστόγεννα με τη ψυχή τζη οφέτος, έστω κι αδε ντά ‘καμε με τσι γιούς τση… ούλα τα κοπέλια είναι του Θεού…
Και τα κοπέλια τση μακαρίτισσας τση Πελαγιάς, εβρήκανε κι εκείνα, μάνα και γιαγιά…
Καλές γιορτές να μα σε βρούνε…
αντώνης κουκλινός