Τα ‘’φρέσκα’’ νέα…(του Αντώνη Κουκλινού).

-Καλημέρα Ελενιά ίντα κάνεις σήμερο ίντα κατσικανταρεύγεις.
-Άφησέ με ορνικιά μου και είμαι μπα’ι’ντισμένη μπλιό με τσι δουλειές…. Τα λαγκόνια μου δε ντα γροικώ από τη κούραση.
-Κι εγώ τα ίδια σου…ίντα θαρρείς.. ποκαωμένο πράμα είμαι μπλιό η κακομοίρα και άστα, ανημένω και μουσαφίρηδες οφέτος και ίντα δα τσι κάμω στα πόδια μου ετόσες σας μέρες δε γατέχω.
-Ωωω… μαύρη ίντα μου λες… ντα πχιοί θα ν’ έρθουνε…
-Άφησέ με… ίντα να σου πω… τ’ αντρούς μου μνιά ν’ αμπλά έρχεται από τη ν’ Αθήνα και σέρνει τρία κοπέλια και δε ν’ είναι μόνο εκειονά… η μνιά τζη θυγατέρα σέρνει κι ένα παραφαγά, απου τη ν’ έχει καπατουμά εδά και δυό χρόνια.
-Ίντα λες εκειά μωρή… και η μάνα τζη ίντα λέει… με ίντα μούρη το νε σέρνει να ‘ρθει στο ξένο σπίτι… α ντη ν’ είχενε παρμένη με δαχτυλίδι γη στεφανωμένη μάλιστας να κοπχιάσει μα όη ετσά… ντροπή νε πούρι.
-Ντροπή, ξεντροπή, αυτή δε ντη νε γνιάζει… ετσά τσί ‘χουνε λέει εδά τσι γυναίκες στσι πολιτείες… πρώτα τσι δοκιμάζουνε κι απός δα ιδούνε ανε ταιργιάζουνε…
-Ήχου γίβεντα… ντα ίντα είναι η γυναίκα καρπούζα κοντώ και Θέ μου..? να τη νε φαλιάρεις… οη Παναγία μου ετσά χάλια δε ντα θέλει ο Θεός…
– Ντα δε γροικάς κάθα μέρα τσι τηλεοράσεις ίντα λένε μωρή… σήμερο παντρεύγουνται μόνο οι μπουνταλάδες, οι γι αποδέλοιποι ζυγώνει ο γης το ν’ άλλο εκειά στα χοροπηδιχτάδικα απου γυρίζουνε ούλη νύχτα.
-Γροικώ τα Μωρή μα όη δα να τσι κουβαλούνε και στα χωργιά μας… και θα τσί χεις να τω σε μαγεροψήνεις ούλες τσι μέρες..? καλά θα πάει η δουλειά σου… θωρώ το χοίρο να μη φτάξει για να τα’ί’ζεις ετόσες σας μπούκες.
-Ίντα δα κάμω… απου ανε μπώ και πράμα, το μπελά μου θα βρώ…
Κατέχεις ίντα πχιάτο είναι η κουνιάδα μου..? αυτή θα ν’ έχει καβαλικεμένα παλούκια από στα νε χώρησε, όη και λίγα… ντα ίντα στα λεω δα… εσύ δε ντη κατέχεις μα μόνο να τη νε ιδείς με τα κοντά φουστανάκια να φαίνουνται τα κρέτα τζη σάμε τα κωλομέργια, φτάνει… μα αυτοί εκειά..? δε ντο χουνε για πράμα ετούτο να…
Έτσά θα τσι ιδείς ν’ ανεμαζωχτούνε και ίντα δα τσι κάμω ετόσες σας μέρες δε γατέχω.
-Ω μαύρο κακομοίρα και πως δα τσι παλέψεις…
-Αντε πάω δα μέσα γιατί ανε γιαγύρει ο άντρας μου και κούσει ίντα λέμενε..? πχιός το νε γροικά ύστερα… μη πεις πράμα για τη ν’ αμπλά ντου… θα σε φάει αζωντανή…
-Ναι, ναι… μωρή… σάλευγε μέσα κακομίτσα και φτάνουνέ μας τα αποδέλοιπα.
Πρωινή εφημερίδα που ‘’διαβαστηκε’’ στο δρόμο από δυό γειτόνισσες…
Οι δημοσιογράφοι απου τα ‘’γράψανε’’ είχανε παραπληροφόρηση..? γη εξεπίτηδες το κάμανε κοντώ..?
Γιατί τελικά…άλλοι παπάδες ήρθανε κι άλλα χαρθιά βαστούνε…
Εκοπχιάσανε οι μουσαφίρηδες και από τη πρώτη μέρα ο ‘’ξενομπασάρης’’ νεαρός έδωκε εξετάσεις σε ούλο το χωργιό και τσι πέρασε με άριστα.
Ευγενικός, καλόχαρος και δουλευταράς… δε ν’ ήφηκενε δουλειά να μη ντη νε κάμει στου ‘’μέλλοντα’’ θείου τα χωράφχια… μα και το χοίρο, εσύντραμε να το νε ποσάσουνε και τη γ-κοπελιά τη ν’ έχει στα όπα, όπα μα το πλιά σπουδαίο..? μνιάς και ο αφέντης τση δε δίδει δεκάρα από στα ν’ ήφηγε και τσι παρέτησε, ήρθενε να τη ζητήξει απου το θείο τζη…!
Γλέντια και χαρές λοιπόν… όσο για τη μάνα απου έλεγε η ‘’εφημερίδα’’ πως είναι του σκινιού και του παλουκιού, (αυτά τα λένε οι ‘’κακιές’’ γλώσσες) η γυναίκα έχει βρεί έναν σοβαρό ν’ άθρωπο απου τη νε στηρίζει (άλλωστε με δικά ντου έξοδα κατεβήκανε στο χωργιό) και σκέφτεται να το πει κι εκείνος στον αδερφό τζη να ‘ρθει στο χωργιό να γνωριστούνε, μα δε ν’ είναι ώρα γιατί θα ξανοίξουνε το κοπέλι πρώτα.
Οι γιορτινές μέρες επεράσανε μνιά χαρά, σάμε απου φύγανε οι μουσαφίρηδες… και οι γειτόνισσες εκουτελώσανε πάλι τη ταχινή.
-Καλημέρα Ελενιά…ίντα γίνεται…
-Καλά μωρή έπαέ πολεμώ να ανεμαζώξω το σπίτι κι εντάκαρα απου τη ν’ αυλή.
-Πώς τα πήγες με τη μ-πατούλια τσι μουσαφίρηδες… εμένα μωρή μου φάνηκε καλό γ-κοπέλι…
-Καλόοο λέει..? μόνο καλό..!!! δουλευταράς καομοίρα μου να ιδείς… ούλες τσι μέρες στα χωράφχια εκλούθανε του θείου ντου.
-Θείου ντου..? ντα ίντα μωρή να τη νε πάρει θέλει…?
-Ναι κιαμέ..? ήδωκενε λόγο και θα ν’ έρθει με τσι γονέους του ογλήγορα να κόψωμε τη γ-κλωστή…
-Ααααα..! αν’ είναι ετσά με το καλό…μπράβος του… και η κουνιάδα σου μωρή μνιά χαρά τη ν’ ήβρηκα δε ν’ εφόργιενε τσι κοντές φορεσές απού λεγες… ήκανέ σου ούλη τη λάτρα του σπιθιού… νοικοκερά μου φάνηκενε… ήκουσα πως κι αυτή θα κουκουλωθεί ογλήγορα… αλήθεια είναι…?
-Ναι … μα πρώτα το κοπέλι… κι ύστερα δα ιδούμε για τη μάνα…
-Είδες εδα μωρή κουζουλή…εμένα αλλιώς μου τά λεγες οπροθές… ο Θεός κακομίτσα, δε ν’ αφήνει κιανένα να χαθεί…
-Ναι, ναι είδες..? αλλιώς τα κάτεχα και του λόγου μου…
-Τα γάτεχες Ελενιά μα τα φούσκωσες κι απατή σου, δε τη χωνεύγεις και ετόσο νά τη κουνιάδα σου μωρή και είναι καλή η κακομίτσα.
-Άστο δα ετούτο να… πάω δα μέσα να ποσαστώ…άλλη ώρα λέμενε για τα υπόλοιπα…
Εβγήκενε η ‘’εφημερίδα’’ με φρέσκα νέα…
Οι δημοσιογράφοι, άλλα γράφουνε εδά…
Το μαύρο εγίνηκενε σήμερο άσπρο…
Μα για’ι’ντα κοντώ…
Εδά το συμπεθεργιό δε ν’ είναι ‘’σκινιά και παλούκια’’ εδα δε ν’ είναι ανεμαζωξάρης ο νιός, απου τη ν’ είχενε καπατουμά τη γ-κοπελιά…
Από μνιά τζ’ αρχής η Ελενιά είχενε το φουσάντο να μη τζι χωνεύγει, να μη τζι θέλει να ‘ρχουνται στο σπίτι… μα ο άντρας τση δε ντα τρώει ετούτα να… ήβαλε τα πράματα στη θέση ντως ετσά πού πρεπε.
Ούλα αλάξανε οφέτος και η Ελενιά δε ν’ εξανάβγαλε κιχχχ… μουρμού…!
Γιατί με τον τρόπο σου κάνεις το ν’ άλλο να καταπχιεί το πικρό σάλιο απού χει στη μπούκα ντου… να παραδειγματιστεί και να μη κακολογά χωρίς αιτία…
Μέρες τω Χριστουγέννω κοντοσημώνουνε και ανεμαζώνονται μουσαφίρηδες στα χωργιά… με το καλό να τους υποδεχτείτε και να τσι κονέψετε με αγάπη, με τη πόρτα σας ορθάνοιχτη και χαμογελαστά τα μούτσουνά σας…. αντώνης κουκλινός