Ο Μπουνταλολεωνίδης… (του Αντώνη Κουκλινού).

Μισοκακομοίρης, κακοποδομένος και αλητρούητος μνιά ζωή.
Πχιάνουνε τα χέργια ντου, καλός ανεπχιαστάρης είναι, μα σάμε εκειά.
Δυό τρία χρόνια απού το νε πέψανε στο σκολειό, πεντέξε γράμματα απού “μαθε, αυτά είναι.
Ανέ το νε ζορίσεις όμως μνιά ολιά, ντελόγω τα ξεχνά κι αυτά.
Ούλοι το ν’ έχουνε τον Μπουνταλολεωνίδη, πως δε μπορεί να μοιράσει δυό γαϊδάρω ν’ άχερα.
Ετσά το θαρούνε… γιατί αν ήτονε έτσά λογιώς, δε ΄θελα ν’ έχει καταδιά καωμένη.
Και τα λάδια ντου και τα ξύδια ντου και οι θεμωνιές του κάθα χρόνο στ’ αλώνι, είναι απου τσι μεγαλύτερες του χωργιού.
Όπου έχει ένα ψιχάλι χωράφι, το ‘χει ξεπετρισμένο και τσ’ ελιές του τσ’ έχει οσά τζι βασιλικούς.
Εκειονά απου του λείπει είναι μνιά ολιά καλωπισμός, μπας και βρεθεί κιαμνιά γυναίκα να κάμουνε μαζί καταδιά.
Κακό χωργιό τα λίγα σπίθια… ετσά το λένε, μα ετσά νε κιόλας.
Άμα σε πάρουνε με κακό αμάτι, δύσκολο να βρεις το σειρά σου σε ετσά δουλειές.
Εφτάξανε οι σκολάδες και ανεμαζωχτήκανε ένα σωρό μουσαφίρηδες να κάμουνε τα Χριστόγεννα στο χωργιό.
Κάθα σπίτι έχει και τσ” εδικούς του να κάμουνε μαζι τσ” εορτές.
Ούλοι σμίγουνε στο καφενείο και χουβαρνταλίζουνε με τα κεράσματα, κάθα ντίς και ντάι, εβίβες κι εβίβες και θωρείς το καφετζή να αγλακά στο τεζιάκι, να φέρει τη μποτίλια τη ρακή.
Οι γυναίκες με τα λουκούμνια και τσι βανίλιες, κάθουνται και ψιλοχαχανίζουνε αναμεταξύ ντως.
Γεμάτος ο καφενές και η σόμπα γεμάτη οφτές πατάτες και μνιάς κοπανιάς, να σου και το Λεωνίδη.
Ξανοίγει να βρεί τόπο να πα να κάτσει σ’ ένα γύρω αμοναχός, μα δε βρίχνει.
Ούλα τα τραπέζα γεμάτα απόψε, αφού ο καφετζής απού τη χαρά ντου, ήναψε και το λούξι.
Ήκατσενε κοντά στη σόμπα να πχεί το (γ)καφέ ντου.
Η κορμοστασά ντου ήκαμε τη Δεσποινιά να ρωτήξει, πχοιός είναι ετοσές απού εμπήκενε μέσα στο ντουκιάνι.
Η Δεσποινιά είναι μουσαφίρισσα και δε γνωρίζει…
-Αυτός κι αμοναχός του… ορφανός επόμεινε εδά και χρόνους… μα δε ντου κόβγει κιόλας.
Μέρα νύχτα στα χωράφχια το νε θωρείς… μόνο εκειά σκαμπάζει ο νους του.
Γυρεύγει να βρεί μνιά γυναίκα, μα πχοιά θα του σιμώσει.
-Εμένα δε μου φάνηκενε για μπουνταλάς… εκειοσάς απού δε ντου κόβγει, δε ντα καταφέρνει ποθές…
Ανε σαστεί μνιά ολιά και πορίσει, αυτός θα κάμει πολλούς στη μπάντα.
-Mα ίντα λες εδά Δεσποινιά…ετοσές ο αγαθοβγιόλης θα μας εκάμει στη (μ)πάντα…? ο Θεός δε ντό ‘καμε…!
-Να σου το νε παραλάβω εγώ στα χέργια μου και θα ιδείς…!
-Κοντώ και Θέ μου εγυάλισέ σου ο Μπουνταλολεωνίδης… να βάλω θέλει τα γέλια ίδια δα…!
-Καφετζή… βάλε στοίχημα κι άμα δε ντο χάσεις ότι θες..!
Ήκοβγε τ’ αμάτι τση Δεσποινιάς…
Ετοσές ο άθρωπος είναι ότι πρέπει για σπίτι… κουβαλητής και μισομπούνταλος… άμα του γυαλίσει μνια ολιά κι αυτή, τάξε πως θα σάσει η δουλειά.
Εβίβες κι εβίβες, εβγήκανε στη ν’ όρεξη και φωνιάξα ντου λυράρη.
Λίγο η κρυγιώτη, λίγο η ρκή, λίγο η ζεστασά τση ξυλόσομπας, ανάψανε τα κέφχια.
Εντακάρανε το χωρό γύρου, γύρου, απου το μπουρί τση σόμπας και βάλανε στη μέση το Λεωνίδη.
Κάθε γύρος του χωρού και η Δεσποινιά να του σημώνει πλιά κοντά.
Σα ν’ επόκαμενε ο χωρός εσήμωσενε και του κάνει…
-Έλα να πχιούμενε μνιά ρακή στη παρέα μας Λεωνίδη…!!!
Άλλο που δε ν’ ήθελε…
Εβούτηξε τη καρέκλα και καθίζει δίπλα στση Δεσποινιάς.
Εβίβα Δεσποινιά, εβίβα Λεωνίδη…
Λίγο η ρακή, λίγο η σόμπα, λίγο και η ντάμα λυράρη στο χορό, εγλυκάθηκενε ο Λεωνίδης.
Εξάνοιγε τη Δεσποινιά απου εροδικοκκινήσα ντα μάγουλά τζη και δε ντο ν’ ήβανε ο κόσμος.
Ελύθηκενε η γλώσσα ντου, εντάκαρε και τσι σφυρές, τάξε πως είναι στα πρόβατα και φωνιάζει του καφετζή.
-Καφετζή κέρασε το μαγαζί… άντε πάρε τα πόδια σου μπλιό…!!!
-Νάτα μας… εδά εξυπνήσα και τα οζά να μα σε διατάξουνε…!!!
-Πού θωρείς τα οζά μωρέ παράουρε, πέρα από το ν΄ απατό σου, εγώ δε θωρώ…!!!
Εντακάρανε τα χαχανίσματα και του κάνει η Δεσποινιά.
-Έχασες το στοίχημα καφετζή… ίντα σού λεγα προλίγου..!
-Ίντα να πω… απου σε φοβήθηκενε τ’ αμάτι μου… θωρώ το πως έχασα…!
Παρέα απου τσι λίγες εξετέλεψε και με τα λυρομπάντουρα και τσι ρακές, επήγε σάμε τη ταχινή.
Ο Λεωνίδης επέταξε το σωμάρι τση βουβαμάρας από πάνω ντου και εξελίχτηκε μεγάλο πειραχτήρι.
Έκαμε το καφετζη να τρέχει και να μη φτάνει… ό,τι είχενε και δε ν’ είχενε τα φάγανε…
-Ίντα καφετζής είσαι και σου ποκάμανε τα μπράτη σου… φέρε παε πράμα να πχιούμενε…
-Καλώς το ρακοφονιά… εγυάλισέ σου η Δεσποινιά διάολε και δε σε κάνωμε καλά… δυό οκάδες έχετε εδά πχιωμένη και δε θα πχεις άλλο… καλά μας είναι μπλιό να πάμενε να θέσωμε.
-Καλά το λέει ο καφετζής… άβγιαργά, έπαέ θα ‘μαστονε πάλι… λέει η Δεσποινιά.
Επορίσανε όξω κι αγλακά και κόβγει ένα καντιφέ απού τη γλάστρα και τση το νε δίδει.
-Να πεις του μπάρμπα σου του Στελή, πως θα ν’ άρθω να σε ζητήξω κι αδέ σε δώσουνε, θα σε κλέψω με το ζόρε…
Ετσιμογέλασέ ντου η Δεσποινιά και σάι’κα πως η δουλειά θα σάσει.
Σα ν’ εχωρίσανε εσφυρολόγα σάμε το κονάκι ντου δρόμο, δρόμο, απου δε ντό ‘χει ξανα καωμένο ποτές του.
Δε ν’ είχενε ανεμαζωμό… μούδε να θέσει, μούδε να σωπάσει…
Ετραγούδιενε δυνατά κι εξεταλάγιασε τη γειτονιά… μα δε ν’ είναι και λίγο μπράμα το σημερνό.
Στο φως και στο κανεβάτσι, εβρήκενε γυναίκα… και ίντα γυναίκα… νταρντάνα, ροδοκοκκινομάγουλη, αεράτη, χορευταρού και καλά καλή μερακλίνα.
Ήνοιξενε το ζουμπούλι του Λεωνίδη κι αγλακά πρωί, πρωί στου Κωσταντή του ράφτη.
-Ηρθα Κωσταντή να ράψω σάκο και γκυλότες και τσι θέλω σε δυό, τρείς μέρες… έπαε θα σε κλειδώσω να μη πορίσεις όξω, αδέ ντο ράψεις πρώτα… και να γατέχεις πως θα πλερωθείς καλά.
-Ίντα συμβαίνει Λεωνίδη και μου βάνεις τα δυό μου πόδια σ’ ένα παπούτσι, ίντα θαρρείς πως είναι οι γκυλότες σκαπέτι..?
-Πάρε μέτρα και μη ξαργείς… είπαμε σε δυο μέρες το θέλω, γιατι εβρήκα γυναίκα και θα πα να τη ζητήξω..!!!
Ίντα θα κάμει ο Κωσταντής… ράπα, τσάπα, βάνει μπροστά το κουστούμι.
Σάμε να του ράψου ντο κουστούμι, έξεσήκωσε τσι θειάδες του και του κάμανε λαμπίκος το σπίτι.
Εξεσήκωσενε και το κουρέα και ήσασέ ντου τη χωρίστρα.
Παντέρμος σεβντάς σε πόση ώρα το νε ξεμπουντάλιασε… έκαμέντονε άλλο ν’ άθρωπο.
Εκουτελώσανε στο δρόμο με το μπάρμπα τζη το Στελή και δε ν’ έχασε ώρα και του το σφύριξε.
-Γειά σου Στελή… είπανέ σου πράμα…!!!
-Είπανέ μου το και συμφωνώ Λεωνίδη… η ανηψά μου δε ν’ έχει αφέντη και στα χέργια σου θα καλοπεράσει.
Κι εκείνη σε συμπάθησε και θα καλοπεράσεις στα χέργια τζη.
Σα ν’ ήκουσε τα αντρίστικα λόγια του Στελή, εδώκανε λόγο επι τόπου.
-Στελή τιμώ τσι κουβέντες σου και να γατέχεις πως θα τη ν’ έχω, οσά ντη βγιόλα… σε δυό μέρες θα ν’ άρθω στο σπίτι σου να τη νε ζητήξω με τσι δυό μπαρμπάδες μου.
Εζορίστηκενε ο ράφτης μα ετοίμασενε τη κουστουμνιά… σα ντη ν’ έβαλε ο Λεωνίδης, με τα γυαλισμένα στιβάνια και το κρουσαλομάντηλο, επέτανε..!
Επήρε τσι μπαρπμάδες του και πάει να ζητήξει τη Δεσποινιά.
Εδώκανε λόγο και σα ν’ ήπχιανε και φάγανε, το ν’ έπχιασενε απού το μπράτσο η νύφη να βολτέψουνε στο χωργιό.
Δε σημώνει μύγια στο σπαθί του Λεωνίδη σήμερο, εδα απου του βαστά τη χέρα, λάμπει… σκέτος κοπελιάρης με τσι γκυλότες και τα στιβάνια.
Εκλουθούσανε κι η μπαργαλιά από πίσω και πάνε στου καφετζή.
-Ώωωω καλώς τσι… εδά αθρώπισες μνιά ολιά Λεωνίδη… με τα στιβάνια και τσι γκυλότες μας έκαμες ούλους στη μπάντα… καλά μου το λεγε η Δεσποινιά… ήθελες το μάστορά σου και του λόγου σου ν’ ανατρανίσεις.
-Καφετζή κέρασε μας και λίγα λόγια… στο γάμο θα κουβαλείς το κρασί με τα σταμνιά κι αλίμονό σου και ποκάμει..!
-Και κουμπάρο ανε με θέτε μπαίνω, γιατί ‘χασα το στοίχημα και πρέπει να πλερώσω…!
-Να κάμω και κουμπάρο καφετζή… ίντα άλλο θέλω… Χριστόγεννα έρχουνται και τα δώρα είναι καλοδεχούμενα.
Αλλαξογνωμήσανε ούλοι οι χωργιανοί… σάμε οψές δε ντούδιδε άθρωπος σημασία… μνια καλημέρα κι αυτή με το ζόρε… απόμακρος απ’ ούλους κι απού το Θεό το ν’ ίδιο, δε ν’ άνοιγε τη μπούκα ντου να μιλήσει.
Τση Δεσποινιάς τ’ αμάτι όμως κόβγει…
Δε ν’ αφρουκάστηκενε κιανενούς και νάτα δα!
Το ν’ άθρωπό ντου εγύρευγε ο Λεωνίδης και σα ντο ν’ ήβρηκε, αθρώπισενε.
Εδά και στω (μ)παιδιώ σας…. Μπουνταλολεωνίδηδες… αντώνης κουκλινός