«Κέρα Ρήνη»

Γράφει ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΖΑΝΗΣ

Την κέρα – Ρήνη επάντηξα στ’Αή Γιωργιού τη στράτα
και επορπάθιε αγαλιανά στην εκκλησά να μπεί
κι’είδα γι’ακόμη μια φορά πως καταλιέται η νιότη
και του αθρώπου η δύναμη στου χρόνου την καμπή.

Σίμωσα και τση μίλησα , την ρώτηξα ίντα κάνει
μου’πε ‘’ αλάργο δεν μπορώ να ζήσω απ’το χωριό’’
κι’ύστερα ξανακοίταξε,
με ρώτησε’’ ποιος είσαι;’’
Για δε σε βγάνω, γέρασα και δύσκολα θωρώ’’

Θυμούμαι που εστοίβιαζε τα ξύλα πάνω σ’άλλο
κι’΄έναφτε μεσημεριανή φωθιά στη παραστιά
να μαγέρεψει μ’όρεξη φαί στον Ευριπίδη
κι’έφτανε η μοσκομυρωδιά μέχρι την περβολιά.

Κι’ύστερα που κατάστενε τον άντρα τζη μ’αγάπη
να χαμηλώσει νήμενε τα φώτα ο ουρανός
κι’εβάδιζε στη σκοτεινιά τσ’ορνιθες να ταίσει
κι΄ο χοχλιδάτος τση ‘κραζε γλυκά ο πετεινός.

Θυμούμαι που εκράθιενε ένα κονσερβοκούτι
φόριε τα γαλοτζάκια τζη κι’ένα πίλο χαρκιό
προπάθιε κι΄εφανέρωνε στση νύχτας το σκοτίδι
άξαφνα και αθόρυβα ωσάν τ’αερικό

Θυμούμαι μου ‘πε μια φορα στο σπίτι μας ‘πο πίσω
νεράιδες παλιότερα χορεύαν τσι νυχτιες
και παίρναν κόρες διαλεχτές για να χουνε ορτάκια
και κλεφτανε λυράρηδω τσ’αηδονολαλιές

Μη τως μιλήσεις αν τσι δεις, σκύψε και πέτρα πιάσε
και πες ‘πο μέσα σου Χριστέ σκόρπισε τα κακά
και πέταξε ντη δυνατά απάνω ντως παιδί μου,
να δεις για πότε φεύγουνε κι’αλλάζουνε στραθιά.

Επίστευγα τα τούτανα που ‘λεγε η Κέρα-Ρήνη
και ξάνοιγα καρτερικά στο υφάδι τση νυχτιάς
και πάσκιζα νεράιδες να δω απου χορένε
πανω στση νύχτας τσι σκοπους στη μέση τσ’ερημιάς.

Δεν γάτεχα ο άμοιρος πως ό,τι νιτρυγάρει
το λοϊσμό αργά ταχιά μπροστα σου το θωρείς
μα εδά που πέρασε ο καιρός γατέχω Κερα Ρήνη
ίντα πεθύμας τότεσας στ’αλήθεια να μου πεις…..

tzanis
ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΖΑΝΗΣ