Η ιστορία του αγάλματος της Ελευθερίας στο Ακρωτήρι Χανίων

Στη χερσόνησο του Ακρωτηρίου των Χανίων, σε ένα απόμερο σημείο του πάρκου -πρώην κτήμα της οικογένειας Βενιζέλου- που έχει δεχτεί τους τάφους του Ελευθερίου και του Σοφοκλή Βενιζέλου, κείτονται τα κομμάτια και θρύψαλα ενός μεγάλου μαρμάρινου αγάλματος (ύψους 17 μέτρων) του οποίου η προέλευση αποτέλεσε για μένα για πολύ καιρό ένα μεγάλο μυστήριο.

Λόγω της θέσης του, πολλοί Χανιώτες, όσοι τουλάχιστον θυμούνται πως για πάνω από τριάντα χρόνια -από το 1937 ως το 1970- το άγαλμα αυτό ήταν στημένο στο Ακρωτήρι, αγνοούν ότι υπάρχουν ακόμη εκεί τα συντρίμμια του και αποδίδουν την εξαφάνισή του σε εντελώς εκκεντρικούς λόγους. Ευτυχώς, μία φίλη Χανιώτισσα, η Διαμάντω Κ., ενδιαφέρθηκε να ερευνήσει το όλο θέμα, κι έτσι, επί τέλους, το αίνιγμα λύθηκε και η πατρότητα του αγάλματος αποκαλύφθηκε.

Η σύλληψη της ιδέας της κατασκευής αυτού του μνημειώδους έργου, του Αγάλματος της Ελευθερίας που οι περισσότεροι από εμάς θυμούνται να δεσπόζει στον λόφο του Προφήτη Ηλία, ατενίζοντας με τα γαλάζια μάτια του την πόλη των Χανίων που απλώνεται ακριβώς από κάτω, φαίνεται ότι γεννήθηκε στη δεκαετία του 1920. Σύμφωνα με δημοσίευμα του 1938[1], η ιδέα αυτή αποκαλύπτεται και περιγράφεται στην πρώτη έκκληση προς τους Ομογενείς και τον Κρητικό Λαό, που πρωτοδημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 1927[2] και είχε ως εξής:
“Την 9 Φεβρουαρίου συμπληρούται τριακονταετία από της ημέρας εκείνης, κατά την οποίαν ηνωμένα τα πυρά της συνησπιμένης Ευρώπης και Τουρκίας εστράφησαν κατά των ολίγων επαναστατών του Ακρωτηρίου, οι οποίοι επί των ιερών τούτων βράχων εμάχοντο υπέρ της ελευθερίας της πατρίδος των. Είναι η πρώτη τότε φορά που η δύναμις της ύλης ετέθη τόσον προκλητικώς αντιμέτωπος προς την δύναμιν της ιδέας.
Και η ιδέα ενίκησε. Και από την εκρηγνυομένην οβίδα που κατέρριπτε την σημαίαν μας εις τον Προφήτ’ Ηλίαν, την αναστηλωθείσαν αμέσως υπό των επαναστατών, εξεπήδησε πάνοπλος η Ελευθερία μέσα από τις φλόγες που είχαν ζωσμένην την πατρίδα μας. Και ήτο τόσον ιταμή τότε η πρόκλησις της βίας, ώστε εξώργισε την Ελευθερίαν, η οποία δια τούτο απεφάσισε πάση θυσία να εκδικηθή. Με μάτια θαμπωμένα από την οργήν της χωρίς να βλέπη θυσίας και θύματα, σπά της Κρήτης τα βαρειά σίδερα. Και αναπαυθείσα ολίγον εις τ’ αγαπητό νησί της περιήγαγε μετά ταύτα νικηφόρον την ρομφαίαν της όπου ήσαν σκλαβωμένοι λαοί και έθραυσε και τούτων τα δεσμά. Και όλα τα μετά ταύτα κοσμοϊστορικά γεγονότα αρχήν έχουν τον άδικον του Ακρωτητηρίου βομβαρδισμόν που προεκάλεσε της Ελευθερίας την οργήν. ΄Εκτοτε ο εις μετά τον άλλον ελευθερούνται οι λαοί της γής και καταρρίπτονται το έν μετά το άλλο τα φρούρια του δεσποτισμού.
Τιμή διά τούτο εις την πατρίδα μας, διότι από αυτήν το πρώτον εξωρμήθη η Ελευθερία των λαών. Και η τιμή αυτή πρέπει τώρα να συμβολισθή διά παραστάσεως, η οποία να στηθή επί της θέσεως εκείνης, από την οποίαν το πρώτον εξεπήδησεν η αγαπημένη μας θεά. Ανετέθη ως εκ τούτου η τεχνούργησις της παραστάσεως ταύτης εις επιφανή μύστην του καλού και του ωραίου. Αλλ’ η κατασκευή του μνημείου απαιτεί δαπάνην, η οποία πρέπει να καταβληθή δι’ εράνων από εκείνους που έχουν την τιμήν να καυχώνται, ότι αυτοί έδωκαν το σύνθημα της απελευθερώσεως των λαών. Και πρέπει εξ άλλου το μνημείον τούτο να συμβολίζη τους κοινούς αγώνας του ελληνισμού δια την εθνικήν αυτού αποκατάστασιν και να είναι αντάξιον της ιστορίας του και του προορισμού του.
Κάμνομεν δια τούτο έκκλησιν εις τα πατριωτικά αισθήματα του κρητικού λαού, όπως συνεισφέρη τον οβολόν του διά την διαιώνισιν ενός κοσμοϊστορικού γεγονότος, το οποίον έλαβε χώραν εις την πατρίδα του. Και ζητούμεν επίσης από τους λοιπούς αδελφούς μας, όπως ενώσουν και αυτοί τον οβολόν των με τον ιδικόν μας, διά να ενωθούν οι κοινοί πόθοι μας εις το μνημείον τούτο, το οποίον θα συμβολίζη την λατρείαν μας προς την Ελευθερίαν, την οποίαν μετά μακρούς και χαλεπούς αγώνας απεκτήσαμεν και την οποίαν δια τούτο πρέπει να σεβώμεθα και να περιθάλπωμεν, διά να είναι δυνατόν να την διατηρήσωμεν.
΄Εχομεν την πεποίθησιν, ότι η έκκλησίς μας αύτη θέλει ακουσθή ευμενώς από τους αγαπώντας την ελευθερίαν και την πατρίδα των και διά τούτο θαρρούντως προβαίνομεν εις το έργον μας απεκδεχόμενοι ευγνωμόνως και τον οβολόν της χήρας και του πλουσίου το τάλαντον.