Παντελής Σταυρουλάκης, 1932 – 1982

Παντελής Σταυρουλάκης, 1932 – 1982

Αφηγείται η σύζυγος του, Μαρία

Γεννήθηκε στον Χάρακα. Από δεκατριών χρονών άρχισε τη λύρα και στα δεκαεφτά του ήτανε φτασμένος λυράρης και έπαιζε σε γάμους και πανηγύρια. Παντρευτήκαμε μικροί. Ήμασταν συμμαθητές, αρραβωνιαστήκαμε 19 χρονών και 21 χρονών έγινε ο γάμος μας. Πήγε φαντάρος και την πρώτη μας κόρη την γέννησα ενώ ήταν ακόμη στον στρατό. Όταν γύρισε, ασχολήθηκε πάρα πολύ με την λύρα, παίζοντας σε πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις στα διάφορα χωριά της περιοχής μας αλλά και σε άλλες περιοχές.

Κάποτε του παρουσιάστηκε πρόβλημα υγείας στο στομάχι και έπρεπε να μην ξενυχτά και να μην καπνίζει, κάτι που τον έκαμε να σταματήσει την λύρα. Όμως οι φίλοι και οι παρέες τον πίεζαν να συνεχίσει, οπότε αναγκάστηκε να δώσει την λύρα. Την έδωσε στον ξάδερφό του, τον Γιάννη Καδιανάκη, που τότε μάθαινε. Εγώ βέβαια στεναχωρήθηκα που αποχωρίστηκε τελείως τη λύρα! Στο Ροδάκινο είχε έναν καλό φίλο και του είχε υποσχεθεί ότι θα έπαιζε στον γάμο του. Και πράγματι τον κάλεσε να παίξει στον γάμο του.
Τα ξαδερφάκια: ο Παντελής, και ο μικρός με το παλτό
είναι ο Γιάννης Καδιανάκης, 1944

Τι να ‘κανε λοιπόν. Πήρε την λύρα του Γιώργη Δημητράκη από τσι Παρανύμφους και πήγε και έπαιξε. Τότε περνώντας από το Ρέθυμνο παράγγειλε στου Σταγάκη μια καινούργια λύρα. Δεν συνέχισε βέβαια να παίζει όπως πριν, μόνο που ήθελε να ασχοληθεί και να γράψει δίσκους να τονέ θυμούνται, λέει, τα παιδιά του και ο κόσμος. Ο πρώτος δίσκος 45 στροφών που έγραψε είχε τίτλο «Στο γιασεμί κτίζω φωλιά». Το 1970 έγραψε τον πρώτο του μεγάλο δίσκο και μετά τον δεύτερο, «Το μυστικό μου είναι βαρύ».

Ετοιμαζότανε να γράψει και τον τρίτο, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε … Τα “χε γραμμένα τα κομμάτια έτοιμα σε κασέτα με τις μαντινάδες και τον τίτλο τους. Ο μακαρίτης ο Μουντάκnς μάς είπε τότε που τον ρωτήσαμε, να προσέξομε σε ποιον θα τα δώσουμε να τα παίξει, γιατί ήτανε δύσκολα και αυτός που θα τα παίξει δεν πρέπει να του χαλάσει τη λύρα που έπαιζε. Ερχότανε πολλοί και τα ζnτούσανε … Τελικά τα δώσαμε του Καρπουζάκn όπως ήταν τελειοποιημένα από τον Παντελή. Γιατί πράγματι τα είχε δουλέψει πολύ.
Στους μπανανόκηπους της Άρβης Βιάννου, 1966

Ένα βράδυ, για να σας πω κάτι σχετικό, καθότανε στην τραπεζαρία με τη λύρα και το μαγνητόφωνο δίπλα του, έγραφε ένα συρτό, και εγώ ήμουυνα στην κουζίνα και τον άκουγα. Ήμουν κι εγώ μερακλίνα και μ” άρεσε n μουσική. Μια στιγμή λοιπόν μου λέει: «θα μου κάμεις μια χάρη, αλλά δε θέλω να γελάσεις! Θα παίζω τούτο το συρτό και συ να τόνε χορεύεις να δω αν ταιριάζει ο σκοπός με τα βήματα του χορού!» Και του λέω ευχαρίστως, και έτσι έγινε. Έδινε πολύ σημασία στη λεπτομέρεια … Το “λεγε στο Μανόλn τον Τσιβιδίκο, που τον παρακαλούσε να γράψουνε μαζί αυτόν τον τελευταίο δίσκο: «’Ότι αφήσω θέλω να “ναι καλό και όμορφο … »

**********************************************

Αφηγείται η κόρη του Κλειώ

Τον πατέρα μου τον θυμάμαι στο σπίτι με τη μουσική του, το τραγούδι του ανάμεσα σε φίλους, και σε παρέες. Έτσι μεγάλωσα, μέσα στη λύρα, που πάντα όμορφα μας ξυπνούσε πολλές φορές τη νύκτα. Του τραγουδούσα τα τραγούδια που ήθελε να δοκιμάσει στη λύρα. Του άρεσε n φωνή μου. Ήταν πολύ σοβαρός άνθρωπος. Με τη ματιά του τον καταλαβαίναμε. Δε χρειαζότανε να λέει πολλά. Ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητος, αλλά σπάνια τον θυμάμαι να θυμώσει … Δεν ήθελε ο κόσμος να τον σχολιάζει.

Του δείχναμε πάντα σεβασμό. Μετά, όταν παντρευτήκαμε κι εγώ κι n αδερφή μου, ερχότανε στα σπίτια μας, και πολλές φορές μου έπαιζε με τη λύρα κάτι καινούργιο να τ” ακούσω και να το χορέψω να δει πώς ταίριαζε ο χορός με τn μουσική και να του πω τη γνώμη μου. Κάπου έβλεπα ότι μετρούσε τη γνώμη μου. Ίσως επειδή ήμουνα και πιο μικρή, ήμασταν και πιο δεμένοι. Δυστυχώς, πριν τον νιώσουμε περισσότερο, τον χάσαμε. Κι έτσι μόνο τα παιδικά μου χρόνια μου τον θυμίζουν. Τώρα με τις αναμνήσεις, τα τραγούδια του, με τις εκδηλώσεις του κόσμου, που δείχνει να μην τον Ξεχνάει, τον φέρνουμε κοντά μας…

Ο Παντελής Σταυρουλάκης ήταν ένας εξαιρετικός λυράρης και λαϊκός μουσικός δημιουργός. Δεν είναι εύκολο στα πλαίσια που καθορίζει ο χαρακτήρας της παρούσας έκδοσης να εξαντληθεί το φαινόμενο της καλλιτεχνικής του φυσιογνωμίας. Και δεν θα ήθελα με κοινότυπους χαρακτηρισμούς και συνηθισμένες εκφράσεις να μιλήσω για ένα λαϊκό καλλιτέχνη που αναμφισβήτητα η παρουσία του στη μουσική του νησιού μας πλούτισε στην ιστορία της.

Ασφαλώς όμως ανήκει σε εκείνους που συνιστούν σύμβολα για την πλούσια μουσική παράδοση της Μεσαράς από το Τυμπάκι μέχρι τα Καστελλιανά. Μαζί με τους Λευτέρη Μανασάκη, Μανώλη Μανασάκη από τη Γαλλιά και τον Κώστα Φουστάνη από την Πόμπια, αποτελούν ο τι πιο σημαντικό έχει να επιδείξει στον τομέα της μουσικής η εν λόγω περιοχή από τις αρχές του Μεσοπολέμου μέχρι τις μέρες μας.

Ο πρόωρος χαμός του Λαϊκού καλλιτέχνη συμβάλει καμιά φορά ώστε να δημιουργηθεί ένας θρύλος γύρω από το όνομά του, γεγονός που μπορεί να μην αντιπροσωπεύει ανάλογα την αξία του. Με τον Παντελή Σταυρουλάκη αυτό δεν ισχύει. Μάλιστα δε, ο θάνατος του διέκοψε βάναυσα το πληθωρικό μουσικό του έργο. Χάθηκε στην πιο δημιουργική του φάση σε ηλικία πενήντα ετών, τότε που με τις πλούσιες ικανότητες του και την καλλιτεχνική του ωριμότητα θα μπορούσε πολλά σημαντικά ακόμη να προσφέρει και να καθορίσει. Θα μπορούσαμε να κάνουμε μια προσέγγιση στο έργο του και στην καλλιτεχνική του διαδρομή διακρίνοντας σχετικά τέσσερις τομείς:
Απόκριες 1960 με τον λαουτιέρη Φίλιππα.
Στο κέντρο διακρίνεται ο Τσουρλοδημήτρης

Α. Την δεξιότητα του και την ποιότητα του ήχου του ως λυράρη.

Με βάση τα ακούσματα που υπάρχουν στην αξιόλογη δισκογραφία που ευτυχώς πρόλαβε να αφήσει, εύκολα συμπεραίνεται ότι πρόκειται για ένα βιρτουόζο της Λύρας. Ο ήχος του διακρίνεται αβίαστα και από τον πιο ανυποψίαστο και ανημέρωτο ακροατή. Μαρτυρεί άρτια τεχνική κατάρτιση: Άψογος ο χειρισμός δοξαριού και δακτύλων, με απόλυτη καθαρότητα στην κάθε νότα – tonation – μάλιστα σε δύσκολες περιοχές της ταστιέρας της Λύρας. Ποιοτικός ήχος με χαρακτηριστικά τη λεπτότητα και συγχρόνως την ελεγχόμενη ζωντάνια και το ρυθμό. Έτσι η δικαία αξιολογείται ως ένας πραγματικός μάστορας της Λύρας. Και φυσικά η δεξιοτεχνία του αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο βαθμό που έχει να κάνει με τη μουσική που αποδίδει. Μία μουσική τραγούδι. Επομένως, αν ο Παντελής λογίζεται στη συνείδηση του κόσμου καλός λυράρης, είναι γιατί ο ήχος της Λύρας που τέρπει, όπως συμβαίνει πάντα με την πραγματική μουσική.

Στις μέρες μας η γενιά της δεξιοτεχνίας δυστυχώς περισσότερο έχει να κάνει, αν δεν ταυτίζεται, με την ταχύτητα των δακτυλισμών και του χειρισμού του τόξου ή της πένας. Όμως ένας οργανοπαίκτης με μόνο από τα στοιχεία, που στόχο έχουν τον πρόσκαιρο εντυπωσιασμό, της μάλλον ενοχλητικό θόρυβο παράγει παρά μουσική. Και ούτε μπορεί να χαρακτηρίσει μουσικός και μάλιστα δεξιοτέχνης.

Είναι γνωστό ότι κατά καιρούς εμφανίζονται στα μέσα ενημέρωσης, και κυρίως στο αδηφάγο τέρας της τηλεόρασης, πολυάριθμα νεκρά παιδιά και νεαρή έφηβη να παίζουν όργανα και να προκαλούν το θαυμασμό κυρίως λόγω της αυξημένης ευχέρειας που επιδεικνύουν στον χειρισμό του οργάνου, λύρας ή νυκτών. Όμως πολύ ελάχιστα από αυτά έχουν ανάλογη συνέχεια. Τα πλείστα εξαφανίζονται ή εντάσσονται μέσα στη μάζα της μετριότητας, που χαρακτηρίζει τη σημερινή μουσική πραγματικότητα στην Κρήτη. Ας ψάξουμε και θα βρούμε τις πιο πολλές αιτίες μέσα στον άκρατο καταναλωτισμό της εποχής μας, στην τάση για αλόγιστη δόξα και εύκολο πλουτισμό σε συνδυασμό με το μεγάλο έλλειμμα παιδείας και ευρύτερης καλλιέργειας. Ο τρόπος ζωής έχει άρδην αλλάξει την ιδιοσυστασία των κοινωνιών και το σύστημα των πολιτιστικών αξιών τους, οι δε συνθήκες ζωής και η οικολογία της καθορίζουν άλλα κίνητρα και απηχούν διαφορετικούς στόχους από αυτούς που ωθούσαν τους νέους στη λαϊκή καλλιτεχνική απασχόληση πριν από σαράντα χρόνια και παλαιότερα.

Έτσι, ο μόνος δρόμος για τους ταλαντούχους είναι η πόλη και καθημερινή δουλειά (μελέτη), η συνεχής ερευνητική διάθεση και η γνώση, η ευρεία γνώση, ας είναι το τίμημα του κόπου βαρύ…

Β. Τις μουσικές τους ιδέες – συνθέσεις.

Ο Παντελής Σταυρουλάκης έχει στο ενεργητικό του αρκετές δεκάδες συνθέσεων από συρτά, κοντυλιές αλλά και καλαματιανά. Μετουσίωσε μελωδίες και ρυθμούς από συρτούς της Δυτικής Κρήτης με βάση το λυρισμό της μουσικής της Ανατολικής Κρήτης. Αλλά και τις κοντυλιές της Ανατολικής Κρήτης της απέδωσε με τον αμιγώς μεσαρίτικο χαρακτηριστικό τρόπο. Φυσικά αυτή καλλιτεχνική συμπεριφορά συνιστά το καλώς εννοούμενο «πάρε – δώσε» στο χώρο της τέχνης. Γενικότερα διαπιστώνουμε ότι οι περισσότερες μουσικές δημιουργίες του Παντελή αποτελούν παραλλαγές από γνωστούς σκοπούς της κρητικής μουσικής. Και βέβαια, τη μορφοποίηση αυτής συντελείται στο πλαίσιο μιας προφορικής παράδοσης, όπου η διαρκής παραλλαγή είναι το κύριο συστατικό της. Ασφαλώς δε, στη μορφοποίηση της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας των δημιουργιών του Παντελή συμβάλλει καθοριστικά ο τρόπος παιξίματος και η προσωπικότητα του ως αφεντικού παραδοσιακού οργανοπαίκτη. Απλώς μελωδίες πολύ… κατανοητές. Ελκυστικά και όμορφα ακούσματα που μαρτυρούν τον πλούτο των εμπνεύσεων και των μουσικών ιδεών του δημιουργού τους. Οι συνθέσεις αυτές όλες, εκτός από την πολύ διακριτή τους μελωδία, έχουν τη δομή εκείνη που χαρακτηρίζει τις ολοκληρωμένες συνθέσεις πάνω σε μέτρο και ρυθμούς συρτού.
Παρέα στο Χάρακα, 1963

Από τις πολύωρες συζητήσεις που έκανα με άτομα του αμέσου οικογενειακού του περιβάλλοντος μπορώ να συμπεράνω ότι αντιμετώπιζε το ρόλο του μουσικού με πολλή σοβαρότητα. Με τον τρόπο του ερευνούσε πολύ. Από τα χειρόγραφα του αλλά και τα μέσα που χρησιμοποιούσε στη δουλειά του και ειδικά στη δημιουργική του δραστηριότητα διακρίνεται η μεθοδολογία του:

Στα μέσα της δεκαετίας του εξήντα ζήτησε και του έφερε από τη Γερμανία ένας συγχωριανός του μετανάστης ένα δημοσιογραφικό κασετοφωνάκι (μικρής έτας). Τραγουδούσε πάνω στον σκοπό μελωδία που εμπνεόταν και μετά τον ηχογραφούσε με τη λύρα. Κατόπιν φώναζε τη σύζυγό του ή τις κόρες του (όπως οι ίδιες αφηγούνται) για να τον χορέψουν ή και να τον τραγουδήσουν, παίζοντας τον συγχρόνως ο ίδιος ξανά και ξανά προτού τον θεωρήσει ολοκληρωμένο! Η στάση αυτή μαρτυρά την αυξημένη υπευθυνότητα που τον διέκρινε ως καλλιτέχνη αλλά και ως άνθρωπο απέναντι στον κοινωνικό χαρακτήρα της τέχνης του. Και διαφαίνεται επίσης ότι, τουλάχιστον ενστικτωδώς, επεδίωκε να συνυπάρχουν μουσική, λόγος, και χώρος!

Πήγαινε στα γλέντια όπου έπαιζαν άλλοι καλλιτέχνες Και μάλιστα φτασμένοι όπως οι Μουντάκης και Σκορδαλός. Άκουγε δίσκους. Πρέπει όμως να τονιστεί το γεγονός ότι δεν τον παρατήρησαν ποτέ την ώρα που «μελετούσε» να ακούει από πικ-απ η κασετόφωνο ηχογραφήσεις άλλων….

….. «Ένα έργο τέχνης έχει ‘χάριν’, όταν δεν δείχνει τον κόπο του τεχνίτη του, αλλά φαίνεται σαν φυσικό δημιούργημα», αποφάνθηκε Άγγλος φιλόσοφος.
Με τον λαουτιέρη Φίλιππα, τις συζύγους τους και φίλους,
1960 – Χάρακας

Νομίζω ότι το παραπάνω απόφθεγμα ταιριάζει στις μουσικές ιδέες – δημιουργίες του Παντελή. Όπως συμβαίνει με όλους τους μεγάλους και εμπνευσμένους δημιουργούς της τέχνης, κάθε σύνθεση του δημιουργεί μία ευχάριστη διάθεση στον ακροατή, παράλληλα δε ως άκουσμα προκαλεί ένα αίσθημα οικειότητας. Ο ακροατής, ακούγοντας το για πρώτη φορά, αναγνωρίζει ότι πρόκειται για κάτι νέο, που όμως τον παραπέμπει με πολύ διακριτικό τρόπο στον κόσμο των ήχων της Κρητικής μουσικής που έχει καταχωρίσει στη συνείδησή του.

Λιγνό κυπαρισσάκι μου, σείσου να βγάλει αέρα…

Να κελαηδήσουν τα πουλιά, να γίνει η νύχτα μέρα.

Την παραπάνω μαντινάδα την τραγουδά πάνω σε μια πασίγνωστη στειακιά μελωδία (κοντυλιά). Όμως οι παρέμβαση σ’ αυτήν από μέρους του της προσδίδει άλλη χάρη και ασφαλώς άλλη αξία, ώστε να αναδεικνύεται η μεγάλη του μαστοριά. Το ίδιο κάνει και σε μια μεγάλη σειρά από κοντυλιές που έχει να παρουσιάσει στη δισκογραφία του.

Γ. Την ποιότητα και ομορφιά της φωνής του

Σπουδαίες φωνές στην εκατοντάχρονη δισκογραφία της κρητικής μουσικής δεν έχουμε να αναφέρουμε πολλές. Μαζί με το Νίκο Ξυλούρη ξεχωρίζει μία δεκάδα από τους: Μπαξεβάνη, Δερμιτζογιάννη, Τζιμάκη, Κουφιανό, Καλογρίδη, Μουντάκη, Καραβίτη, Μανιά, Σηφογιωργάκη.

Σίγουρα αυτή τη δεκάδα συμπληρώνει ο Παντελής. Οι μουσικές φωνές της Κρήτης με την ομορφιά και το απαράμιλλο αίσθημα.

Δ. Την επιλογή από μέρους του των μαντινάδων που χρησιμοποίησε

Ανέκαθεν η πληγή των μαντινάδων από τους μεγάλους Κρητικούς καλλιτέχνες θα μπορούσε να λειτουργήσει τα θετικά στην αξιολόγηση του έργου τους είτε και αρνητικά. Ο Παντελής αντιμετώπισε αυτό το ζήτημα με πολύ σπουδή και ζήλο. Κατ αρχήν χρησιμοποιεί μαντινάδες που αφορούν το φυσικό περιβάλλον της περιοχής των Αστερουσιών. Είτε για τη θάλασσα μιλάνε, είτε για τις κορφές ή τις αστερουσιανές πέρδικες, πάντως προσδίδουν με το περιεχόμενό τους τον αγιάτρευτο έρωτα που είχε με τη γη που τον γέννησε και έζησε σε αυτήν.

Παράλληλα χρησιμοποιεί μαντινάδες ερωτικές ή και με αμιγή λαϊκό θυμοσοφικό χαρακτήρα. Σχεδόν όλες τους είναι από τη συλλογή της Μαρίας Λιουδάκη αλλά και ανώνυμων δημιουργών.

Ο Παντελής Σταυρουλάκης δεν μπορούμε να πούμε ότι βίωσε την ιδιότητά του ως μουσικός με την έννοια της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Για μεγάλο χρονικό διάστημα είχε πάψει να ασχολείται τελείως.

Με την ευκαιρία αυτή επίσης θα ήθελα να μνημονεύσω άλλους δύο, εκτός από τον Παντελή, Σταυρούλακηδες που προσωπικά με έχουν συγκινήσει με την τέχνη τους και ο καθένας με το δικό του μοναδικό τρόπο: το βιολάτορα Ηρακλή Σταυρουλάκη από την Επισκοπή πεδιάδας και τον επίσης βιολάτορα Γιώργη Σταυρουλάκη από το Αντισκάρι.

Χάρακας, Απρίλιος του 2000