ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΚΟΡΔΑΛΟΣ (VIDEO LIST)

    leyko

    Για πολλούς Κρητικούς το όνομά του είναι το συνώνυμο της λύρας. Όχι άδικα, καθώς μαζί της αναδείχτηκε ως ένας απ’ τους σημαντικότερους συντελεστές της κρητικής μουσικής κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα και αναδείχτηκε σε θρύλο στη διάρκεια της ζωής του.

    Άνοιξε νέους δρόμους στη μουσική της Κρήτης, γι’ αυτό, ενώ δεν δίδαξε λύρα σε σχολές, η τέχνη και το έργο του ώθησαν τον απλό κόσμο να τον αποκαλέσει πολύ εύστοχα και με τεράστια σημασία “Δάσκαλο της Κρητικής Μουσικής”. Χωρίς να έχει μελωδική φωνή, ήξερε να τραγουδάει. Η λύρα του ιδανική για το μερακλή χορευτή, έδινε «φτερά» στα πόδια…

    Στην Κρήτη σήμερα δεν μπορεί να γίνει γλέντι σε γάμο ή βάπτιση, σε εκδήλωση ή σε “παρέα“, όπου τα όργανα στη μέση και γύρω οι τραγουδιστές-μαντιναδαλόγοι ή χορευτές, να μην παίζουν και να μην τραγουδούν συνθέσεις του. Η αγάπη των πολυάριθμων θαυμαστών του φτάνει πολλές φορές στα όρια του φανατισμού.

    Γεννήθηκε το Δεκέμβρη του 1920 στο Σπήλι του δήμου Λάμπης (πρώην επαρχίας Αγίου Βασιλείου) του νομού Ρεθύμνου. Πρωτόπιασε, όπως λέει, τη λύρα σε ηλικία 9 χρονών: Εννέα χρόνων ήμουνα σαν έπιασα τη λύρα, με πίστη την αγάπησα κι απόφαση το πήρα.

    Σε συνέντευξή του είχε πει: «Σαν παιδί, συνάμα με τα εκκλησιαστικά, μου άρεσε πάρα πολύ η λύρα και το λαούτο. Εκείνα τα χρόνια δεν ήταν τόσο πολύ διαδεδομένο το λαούτο, όσο το μαντολίνο και το όργανο που έπαιζε ο Φουσταλιέρης στο Ρέθυμνο, η μαντόλα . Τουλάχιστον εκείνα τα χρόνια εγώ σαν παιδί είχα βοήθεια από το μαντολίνο πρώτα. Σαν παιδί λοιπόν, εκρατούσα δύο ξύλα. Το ένα το έβαζα στο αριστερό μου πόδι, σα λύρα, και το άλλο στο χέρι σα δοξάρι και τραγουδούσα! Ήταν ένα δείγμα ότι έπρεπε να πιάσω λύρα στα χέρια μου, όπως έλεγαν διάφοροι στο χωριό. Σε ηλικία 9 ετών, αγόρασα μια λύρα. 18 δραχμές. Και ευγνωμονούσα τον άνθρωπο που μου έδωσε τη λύρα. Του έκαμα πολλές ευχαριστίες. Άρχισα λοιπόν, χωρίς να μου δείξει κανένας, να παίζω κομμάτια απ’ αυτά που άκουγα σαν παιδί. Σιγά-σιγά, αναπτύχθηκε το ταλέντο.

    Σε ηλικία 11 ετών ήρθε ο Αντρέας Ροδινός στο χωριό μου. Είχε συμπάθεια στο Σπήλι και γι’ αυτό ερχότανε εύκολα, κάθε φορά που τον φωνάζανε. Όταν τον πρωτοάκουσα, ενώ είχαμε κι άλλους οργανοπαίχτες στο χωριό μου, μού ‘κανε τρομερή εντύπωση. Όταν τον άκουγα, η ραχοκοκαλιά μου έσταζε νερό. Δημιουργούσα σκέψεις μέσα μου, αν μπορούσα μια μέρα των ημερών να κατορθώσω να παίξω κι εγώ λύρα στο μισό αυτού του ανθρώπου, που λεγόταν Ανδρέας Ροδινός.