κουζουλός-ή-ό = τρελός, τολμηρός, ιδιόρρυθμος. ΣΥΝ. τρεζός
παροιμία.
1. σκότωνε κουζουλούς, πλέρωνε τζερεμέδες
2. ο κουζουλός την πίκρα ντου την έχει για χαρά ντου.
3. του κουζουλού τη χέρα βάνουνε στου καβρού την τρύπα.
4. σαράντα χρόνοι, σαράντα κουζουλοί.
5. του κουζουλού το μάτι, στο κόκκινο κομμάτι ή χτυπά.
6. απού ΄ναι γέρος κουζουλός από τα νιάτα τόχει.
7. τση κουζουλής κεφαλής, τα πόδια παίρνουνε το ζόρε.
8. από κουζουλό και μεθυσμένο μαθαίνεις την αλήθεια.
9. ο κουζουλός θωρεί δε θωρεί γελά (όταν κάποιος γελά άσκοπα).
10. ο κουζουλός είδε τον μεθυσμένο κι εφοβήθηκε.
11. κι ο κουζουλός κι ο φρόνιμος το σπλάχνο του αγαπά το.
Φρ. 1. μην του κάνεις φέδε γιατί΄ναι κουζουλός. 2. κουζουλός είναι κάνει το.
ΕΤΥΜ .μεσν. κουζουλός (από το κυπριακό κούζα=στάμνα χωρίς χέρι ή με ένα μόνο χερούλι+ επίθημα-ουλός, κουζ(α)+ ουλός-κουζουλός).
«Η Κρήτη έχει διαφορά από τσοι άλλους τόπους,
γιατί ΄χει αντάρτικη καρδιά και κουζουλούς αθρώπους».Μ.Α.Μ.
Γιάννης Κριτσωτάκης (Στειακό λεξιλόγιο)
