ΚΡΗΤΙΚΟ ΧΑΜΠΙΟΛΙ

Χαμπιόλι

Το χαμπιόλι είναι καλαμένιο πνευστό που ανήκει στην κατηγορία του φλάουτου και συγγενεύει με το φλάουτο με ράμφος. Ονομάζεται κατά περιοχές θιαμπόλι, μπαμπιόλι, φθιαμπόλι, σφυροχάμπιολο και πειροχάμπιολο και πρόκειται για το γνωστό από την υπόλοιπη νησιωτική (κυρίως) Ελλάδα σουραύλι.
Στη δυτική Κρήτη ο αυλός ονομάζεται χαμπιόλι και μπαμπιόλι, στην επαρχία Σελίνου θιαμπόλι, στον Κρουσώνα (Ηρακλείου) πειροχάμπουλο, «γιατί του βάζομε πείρο από σφάκα», στα Βορίζα (Ηρακλείου) γλωσσοχάμπουλο και σφυροχάμπουλο κ.τ.λ.
«Το παμπιόλι (φθιαμπόλι) είναι (κι αυτό) βοσκίτικο όργανο. Γίνεται από χοντρό καλάμι πού ’χει στη μια μεριά κόντυλο. Από κει που του φυσούν και παίζει είναι καλάμι κομμένο ξυράφτικα (λοξά) και είναι στουμπωμένο με πείρο από σφάκα. Ο πείρος ταιριάζει καλά και μόνον από την άκρα τση κοπής έχει μια πελεκιά κι αφήνει διάστεμα να μπαίνει η αναπνιά μέσα στο καλάμι. Ίσα ποκάτω στη στενή αυτή τρύπα είναι ανοιγμένη στο καλάμι τρύπα τετράγωνη, πού ’χει το κάτω χείλι τση κοφτερά ξυσμένο, για να σφυρίζει η φυσά περνώντας από κει. Από κει και κάτω έχει 5 τρύπες στρογγυλές το καλάμι και μια από πίσω που τη φράζει ο δάχτυλος τση δεξιάς χέρας και στον κόντυλο κάτω είναι μια μικρή τρύπα καμωμένη με το σουβλί.»
Ο λυράρης Κ. Ανυφαντάκης, ετών 79, περιέγραψε την κατασκευή του χαμπιολιού έτσι: «Τα χαμπιόλια τα κάνουνε από καλάμι ξερό. Πρέπει ο κόντυλός του νά ’ναι μακρύς και ψιλός, για να βάζεις πολλές τρύπες. με το μαχαίρι στην απάνω μπάντα του κόντυλα του σάζομε μια γλώσσα και τήνε φτεναίνεις με το μαχαίρι και του κάνεις πέντε τρύπες και τσοι καις να γίνουνε στρογγυλές».
«Το θιαμπόλι το κάνομε από καλάμι και σφάκα. Το τρυπώ το καλάμι με μαχαίρι και απόι τσοι κάβω τσοι τρύπες με κάρβουνο, αλλιώς δεν παίζει. Νά ’ναι ξερό, χοντρό και μακρύς ο κόντυλας του καλαμιού και η σφάκα ξερή».
Το σφυροχάμπιολο κατά παράδοσιν έχει πέντε τρύπες μπροστά και μία πίσω, για τον αντίχειρα.
Ο Μανώλης Φαραγκουλιτάκης θυμάται: «Τα παλιά είχανε πέντε τρύπες. Εγώ ήμαθα με πέντε. Αλλά τη γ-Κατοχή μέσα ήταν ένα μ-παιδί απ’ τη Μιαμού, απ’ τ’ Αστερούσια, και έπαιζε. Το γνώρισα στ’ αεροδρόμιο απού φτιάχνανε οι Γερμανοί στο Ντυμπάκι. Ήταν εκειά χιλιάδες κόσμος κι εδούλευγε. Ήτανε στα σύρματα. Κι εγλεντίζανε κάθ’ αργά οι γι-αθρώποι, είντα ’θελα κάμουνε; και τον είδα εκειά και τον άκουσα μια φορά κι έπαιζε κι έπαιζε με εφτά τρύπες, όπως είν’ αυτό ακριβώς.
Εγώ εβάστουν ένα με πέντε. Και μου λέει: “Κουμπάρε Μανώλη, να σάξεις ένα με εφτά πού ’χει πιο πολλά πατήματα και παίζεις άνετα ότιδήποτε κοντυλιά και νά ’ναι”. Αυτός ήτανε πιο μεγάλος από μένα λεγότανε Χαρίδημος Γερμανάκης.»
Η Μαρία Λιουδάκη γράφει πως στο Λασίθι καλά θιαμπόλια γίνονται από κόκκαλο «τση βιτσίλας» (σταυραετός). Και στην Αση Γωνιά (Ν. Χανίων), όπως μας πληροφορεί ο Γ. Αικατερινίδης, κατασκευάζονταν αυλοί από κόκκαλο: «Παλιά παίρνανε από τσοι καναβούς (γύπες) κόκκαλο και κάνανε μπαμπιόλι. Παίζανε και χορεύανε οι βοσκοί με του καναβού το κόκκαλο».
Η Μαρία Λιουδάκη εξάλλου παραδίδει το σκωπτικό στίχο «τα πόδια σου ’ν’ αχιμαδιάς, τ’ ατζά σου ’ναι θιαμπόλι, ο οποίος σατιρίζει τα πολύ λεπτά πόδια των γυναικών».